Κατηγορία: Γονείς και παιδιά

Σεξουαλική κακοποίηση παιδιών (ενδείξεις, προφίλ δράστη, συνέπειες)

 

                                                                 «Το μόνο πράγμα

που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος..

                                                                                                       Φραγκλίνος Ρούσβελτ

    Η σεξουαλική κακοποίηση είναι η εμπλοκή ενός παιδιού σε σεξουαλική δραστηριότητα την οποία δεν κατανοεί πλήρως και για την οποία δεν είναι σε θέση να συναινέσει ή δεν είναι αναπτυξιακά ώριμο ή παραβιάζει τους νόμους. Τα παιδιά μπορεί να υποστούν σεξουαλική κακοποίηση τόσο από ενήλικα άτομα όσο και από άλλα παιδιά τα οποία, λόγω της ηλικίας τους ή του αναπτυξιακού τους σταδίου, βρίσκονται σε θέση ευθύνης, εμπιστοσύνης ή δύναμης σε σχέση με το θύμα.

Οι συμπεριφορές του παιδιού που μαρτυρούν τη σεξουαλική κακοποίηση είναι κάποιες από τις ακόλουθες:

Έκφραση φόβου ή αποφυγή απέναντι σε ένα συγκεκριμένο άτομο ή χώρο ιδιαίτερα σε περιστάσεις που περιλαμβάνουν τη σωματική έκθεση όπως γυμναστική, υπερβολική περιέργεια για το σεξ, απρόσμενη πτώση της σχολικής επίδοσης, παλινδρόμηση σε προγενέστερα αναπτυξιακά στάδια (νυχτερινή ενούρηση, εγκόπριση), απομόνωση από συνομήλικους και από την οικογένεια και έντονο αιφνίδιο καταθλιπτικό συναίσθημα, υπερβολικός φόβος επαφής, απροθυμία συναίνεσης σε ιατρικές ή οδοντιατρικές πράξεις, κατοχή δώρων, νέων ρούχων ή χρημάτων άγνωστης προέλευσης, αυτοτραυματισμός και απόπειρες αυτοκτονίας, διαταραχές ύπνου και λήψης τροφής. Μία μόνο ένδειξη δεν αποτελεί απόδειξη κακοποίησης, χρειάζεται συνδυασμός ενδείξεων και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.

Οι δράστες μπορεί να είναι οικείοι του παιδιού, γονείς ή φροντιστές, εκπαιδευτικοί στο σχολείο ή σε εξωσχολικές δραστηριότητες ή ο οποιοσδήποτε βρίσκεται στο περιβάλλον του παιδιού. Είναι πιο σπάνιο ο δράστης να είναι άγνωστος, χωρίς αυτό να αποκλείεται. (Υπολογίζεται ότι σε ποσοστό 75-85% οι δράστες σεξουαλικής παραβίασης παιδιών είναι άτομα γνώριμα στο παιδί από το στενό συγγενικό ή φιλικό περιβάλλον.) Το παιδί πέφτει θύμα της σχέσης εμπιστοσύνης που έχει με αυτά τα πρόσωπα και της κατάχρησης αυτής της σχέσης και της «εξουσίας» από τους ενήλικους φορείς της. Το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας και απόγνωσης καθώς είναι από τη φύση του, σωματικά και ψυχικά ανώριμο, και εξαρτώμενο φυσικά και συναισθηματικά. Ο δράστης εκμεταλλευόμενος τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού και χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους πειθούς, συναισθηματικούς και ψυχολογικούς εκβιασμούς, απειλές και συχνά σωματική βία, εμπλέκει και χρησιμοποιεί το παιδί.

Το παιδί βιώνει σύγχυση και αναπτύσσει συναισθήματα ντροπής και ενοχής. Η πραγματικότητα είναι ότι παιδιά που έχουν σεξουαλικά κακοποιηθεί παρουσιάζουν μια ποικιλία συμπτωμάτων όπως άγχος, επιθετικότητα, παρορμητική συμπεριφορά, φοβίες, αντιδράσεις διασχιστικού και μετατραυματικού τύπου, πτωχή προσαρμογή και απόδοση στο σχολείο, διαταραχές πρόσληψης τροφής, πολλαπλές και ανάρμοστες σεξουαλικές συμπεριφορές, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ελλείμματα στην κοινωνική λειτουργικότητα, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. (Bryer & Nelson, 1987).

Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι το παιδί δεν αντιλαμβάνεται σε πολλές περιπτώσεις ότι υφίσταται κακοποίηση και εφόσον το καταλάβει είναι πολύ δύσκολο να αντιδράσει, να μιλήσει και να προστατευτεί λόγω του φόβου που νιώθει. Οι ενήλικες οφείλουμε να έχουμε γνώση όλων των ενδείξεων της κακοποίησης, να ελέγχουμε ποια άτομα βρίσκονται στο περιβάλλον του παιδιού και κυρίως να αναπτύξουμε με το παιδί μια σχέση εμπιστοσύνης ώστε να είναι αυτονόητο ότι θα έρθει σε εμάς να μιλήσει. Δυστυχώς έχει αποδειχθεί πολλές φορές μέσα από περιστατικά ότι γονείς κακοποίησαν τα παιδιά τους και μετέτρεψαν το σπίτι σε κολαστήριο, οπότε οι εκπαιδευτικοί που είναι καθημερινά κοντά στα παιδιά θα πρέπει αν δουν οποιαδήποτε ασυνήθιστη ή περίεργη συμπεριφορά να την αναφέρουν απευθείας. Αν η σκέψη σας είναι ότι ίσως κάνετε τα πράματα χειρότερα και κινδυνεύσει το παιδί καλέστε σε μία γράμμη συμβουλευτικής υποστήριξης ώστε να μιλήσετε με κάποιον αρμόδιο και να σας κατευθύνει σωστά. Όλοι οι κακοποιητές εκμεταλλεύονται πρωτίστως τον φόβο των παιδιών αλλά και τον δικό μας και έτσι καταφέρνουν να συνεχίζουν ανενόχλητοι τις πράξεις τους. Τολμήστε να μιλήσετε ώστε να σωθούν παιδικές ψυχές από τους κακοποιητές τους. Είναι ευθύνη όλων μας η προστασία των παιδιών.

Που μπορείτε να απευθυνθείτε:

  • Τηλεφωνική γραμμή «Μαζί για το Παιδί» 115 25
  • 24ωρη Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά 1056 (Χαμόγελο του Παιδιού)
  • 24ωρη τηλεφωνική γραμμή Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας 197 (ΕΚΚΑ)
  • Συνήγορος του Πολίτη-Συνήγορος του Παιδιού, τηλ.: 213 1306744,

213 1306710, 213 1306703

Γραμμή για τα Παιδιά 8001132000 χωρίς χρέωση

  • Κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων κάθε περιοχής
  • Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, τηλ.: 210 7715791
  • 24ωρη Εθνική Γραμμή Παιδικής Προστασίας 1107 (ΕΚΚΑ)

 

Πηγές: Πρωτόκολλο Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Περιστατικών Κακοποίησης και Παραμέλησης Παιδιών (ΚαΠα-Π)

Ορέστης Γιωτάκος, Βικτωρία Πρεκατέ. (2006). Σεξουαλική κακοποίηση, Μυστικό όχι πια. Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»

 

Γονείς και σχολική μελέτη.

 

Με αφορμή το άνοιγμα των σχολείων και την επάνοδο στην κανονικότητα, τουλάχιστον για τα παιδιά, ας μιλήσουμε για τη σχέση των γονέων με την μελέτη των παιδιών τους στο σπίτι και πώς μπορεί να γίνει ευκολότερη η διαδικασία για τα παιδιά αλλά και τους γονείς.

« Τον παρακαλάω να κάτσει να κάνει τα μαθήματά του», « Συνεχώς σηκώνεται για τουαλέτα», « Διαβάζει με την τηλεόραση ανοιχτή», αυτές είναι λίγες από τις φράσεις που ακούγονται από γονείς για τη σχολική μελέτη. Η ώρα της μελέτης σε πολλά σπίτια είναι αφορμή για τσακωμούς και γονείς και παιδιά το βλέπουν σαν αγγαρεία και καταναγκαστικό έργο λόγω αυτού. Παρ΄όλα αυτά η οργάνωση της σχολικής μελέτης είναι καθοριστικής σημασίας για την σχολική επίδοση του παιδιού αλλά και την μετέπειτα σχέση του με το διάβασμα και τα βιβλία. Επίσης οι συνεχείς καυγάδες και το άσχημο κλίμα που διαμορφώνεται επηρεάζει τη σχέση γονέα- παιδιού.

Η εκμάθηση σωστών τεχνικών για την οργάνωση είναι απαραίτητη. Είναι σωστό να βοηθάει ο γονιός το παιδί στη σχολική μελέτη και αν ναι μέχρι πότε; Το παιδί από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού είναι απόλυτα ικανό να διαβάσει μόνο του, στην πρώτη τάξη χρειάζεται βοήθεια καθώς πρωτομαθαίνει να διαβάζει, να γράφει και ύστερα συνηθίζοντας την καινούρια ρουτίνα το αφήνουμε σιγά σιγά να αυτονομηθεί.

Πως διαμορφώνω την ρουτίνα;

  • Το πρώτο βήμα είναι ο καθορισμός συγκεκριμένης ώρας του διαβάσματος. Αφήστε το παιδί να επιλέξει αν θέλει να διαβάσει μετά το φαγητό ή αν χρειάζεται έναν υπνάκο πριν ξεκινήσει. Συζήτηστε μαζί του την κατάλληλη ώρα, όταν νιώθει ότι αποφασίζει εκείνο αυξάνεται το αίσθημα ευθύνης. Από τη στιγμή που θα ορίσετε τον χρόνο μελέτης τηρείτε τον πιστά.
  • Το διάβασμα του πρέπει να γίνεται σε ένα ήσυχο μέρος όπως το δωμάτιό του, όχι στο σαλόνι ή σε άλλο μέρος του σπιτιού όπου υπάρχουν ερεθίσματα ή βρίσκονται οι γονείς ή τα αδέρφια.
  • Το δωμάτιο θα πρέπει να είναι φωτεινό και να υπάρχει ένα γραφείο πάνω στο οποίο θα βρίσκονται μόνο τα απαραίτητα για το διάβασμα, όχι παιχνίδια.
  • Αν το παιδί πηγαινοέρχεται ζητώντας βοήθεια θα πρέπει να του εξηγήσουμε ότι θα πρέπει να προσπαθεί μόνο του και θα πρέπει να το βοήθαμε μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, όταν κρίνουμε δηλαδή ότι κάτι είναι πραγματικά δυσνόητο και δύσκολο. Αν του δίνουμε συνεχώς απαντήσεις και έτοιμες λύσεις θα προσπαθεί όλο και λιγότερο να τα καταφέρει μόνο του.

Οι γονείς πρέπει να θυμούνται ότι το διάβασμα είναι υπόχρεωση των παιδιών, όχι δική τους και η εμπλοκή τους σε αυτό δεν έχει πάντα θετικά αποτελέσματα. Πολλοί γονείς, υποκινούμενοι από το άγχος και την επιθυμία τους να επιτύχουν τα παιδιά τους όσο το δυνατόν καλύτερο μαθησιακό αποτέλεσμα μπαίνουν στη διαδικασία να αναλαμβάνουν ευθύνες που δεν είναι δικές τους. Ωστόσο, το να αγχωνόμαστε υπερβολικά, να υπερ-εμπλεκόμαστε στην προσπάθεια του παιδιού, όταν μελετά στο σπίτι επιφέρει τις περισσότερες φορές τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που θέλουμε. Το παιδί μπορεί να χάσει το αίσθημα της πρωτοβουλίας, της ευθύνης αλλά και της αυτοπεποίθησης. Αν το παιδί δεν τα καταφέρνει σε κάποια άσκηση είναι λάθος να την λύσουμε εμείς. Το παιδί είναι σημαντικό να γνωρίσει το αίσθημα της αποτυχίας και να μπορέσει να το διαχειριστεί, ώστε μετέπειτα στη ζωή του να είναι ικανό να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις αποτυχίας. Μέσα από τα λάθη και την ανάληψη της ευθύνης τους θα εξελιχθεί και οι επιτυχίες θα φαντάζουν μεγαλύτερες και πιο ικανοποιητικές αν γνωρίσει από μικρό την έννοια και το αντίστοιχο συναίσθημα και της επιτυχίας και της αποτυχίας. Οι γονείς θα πρέπει να αναλογιστούν το κατά πόσο και τον λόγο που εμπλέκονται στη σχολική μελέτη των παιδιών ώστε να βοηθηθούν και οι δύο πλευρές.

 

 

 

 

 

Γιατί τα παιδιά χρειάζονται περισσότερο ελεύθερο παιχνίδι;

 

Βλέποντας ένα μικρό παιδί να ασχολείται και να παίζει με τις ώρες με ό,τι υπάρχει γύρω του, από κορδόνια μαλλιών, πλαστικά μπουκάλια νερού, το ποντίκι του υπολογιστή αναρωτιέμαι αν υπάρχει λόγος οι γονείς να ψάχνουν και να στέκονται με τις ώρες μπροστά από ράφια πολυκαταστημάτων για να του αγοράσουν το κατάλληλο παιχνίδι ανάλογα με την ηλικία του, κοιτώντας τις ετικέτες των παιχνιδιών για να δούν κατά πόσο αυτό το παιχνίδι θα ενισχύσει γνωστικές διεργασίες, λεπτή κινητικότητα, συναισθηματική ανάπτυξη και άλλα πολλά.. Καταλήγω ότι το ίδιο το παιδί γνωρίζει καλύτερα και ενστικτωδώς τι τον ωφελεί, επιλέγει μόνο του αυτό που τραβάει περισσότερο τη προσοχή και καταπιάνεται μ΄αυτό παρατηρώντας το, αλλάζοντας του σχήμα, τραβώντας το, σπάζοντας το σε κομμάτια και συνήθως αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι του εμπορίου που με πολλή προσοχή έχουμε διαλέξει εμείς. Είναι κάτι απλό, καθημερινό που του έκανε εντύπωση κατά τη διάρκεια που εξερευνούσε το χώρο γύρω του μπουσουλώντας. Δεν θα διαφωνήσω ότι υπάρχουν πολύ αξιόλογα παιχνίδια στο εμπόριο που βοηθούν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη των παιδιών, αλλά τα οφέλη του ελεύθερου παιχνιδιού και της επιλογής αυτού είναι σίγουρα πολύ περισσότερα.

Το ελεύθερο παιχνίδι βοηθά στη σωστή διαχείριση του άγχους και κατ΄επέκταση στη μείωση του. Μέσα από πολλά παιχνίδια όπως οι κλέφτες και οι αστυνόμοι το παιδί μπαίνει σε κατάσταση ¨μάχης ή φυγής¨, πότε τον κυνηγούν και πότε κυνηγά εκείνο. Σε κάθε περίπτωση βιώνει άγχος και όσο περισσότερο παίζει, τόσο η ικανότητα του να διαχειρίζεται αγχογόνες καταστάσεις βελτιώνεται. Αντιμετωπίζοντας το άγχος, καλλιεργείται η ψυχική ανθεκτικότητα και αποκτούνται δεξιότητες ζωής που θα τον βοηθήσουν σαν ενήλικα να χειρίζεται με επιτυχία διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.

Ένα άλλο σημαντικό προτέρημα του ελεύθερου παιχνιδιού είναι η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης. Επιτρέποντας στο παιδί και δίνοντας του το χώρο και την εμπιστοσύνη να εξερευνήσει, να κατασκευάσει πράγματα ή να επιλύσει τα δικά του προβλήματα θα αποκτήσει γνήσια αυτοεκτίμηση και αυτονομία. Θα νιώσει ότι έχει τον έλεγχο των συναισθημάτων του και των καταστάσεων που τον αφορούν. Έτσι θα νιώσει ασφαλή και δυνατό κάθε φορά που θα είναι έτοιμο να δοκιμάσει μια καινούρια δεξιότητα αλλά ακόμα και αν δεν τα καταφέρει όπως περίμενε θα έχει τα εφόδια που του προσφέρει μια ισχυρή αυτοπεποίθηση ώστε να συνέλθει από την αποτυχία και να προσπαθήσει ξανά.

Για να συνέλθει όμως από την αποτυχία, εκτός από την αυτοπεποίθηση χρειάζονται και άλλες δεξιότητες διαχείρισης δυσκολιών που και αυτές αποκτούνται από μικρή ηλικία. Είναι πολύ δύσκολο για έναν γονιό να βλέπει το παιδί του να κρεμιέται από τα μονόζυγα ή να σκαρφαλώνει σε δέντρα και να μην προσπαθήσει να το σταματήσει. Είναι πολύ σημαντικό όμως εκείνες τις στιγμές να του δείξει εμπιστοσύνη γιατί το παιδί με αυτόν τον τρόπο μαθαίνει τι είναι φόβος και πως πρέπει να τον διαχειρίζεται. Το ίδιο συμβαίνει και σε ένα κοινωνικό παιχνίδι, εξασκείται στα ¨δύσκολα¨ συναισθήματα του φόβου και του θυμού, παίζοντας με άλλα παιδιά μαθαίνει τη συνεργασία αλλά και τη σύγκρουση καθώς και τις συνέπειές τους. Ο γονιός λοιπόν θα πρέπει δείχνοντας εμπιστοσύνη στο παιδί να κρατήσει μια ασφαλή απόσταση αφήνοντας το να διαχειριστεί το θυμό και το φόβο που θα νιώσει μέσα από τη σύγκρουση.

Ένα τελευταίο σημαντικό παιχνίδι κυρίως για μικρότερα παιδιά είναι το παιχνίδι φαντασίας. Τα παιδιά κάνοντας διάφορες φωνούλες ή φανταστικές συζητήσεις με τα λούτρινα ζωάκια ή τις κουκλίτσες τους ή ζωγραφίζοντας εξωτερικεύουν και ζωντανεύουν τον ψυχικό τους κόσμο, κάτι που τα βοηθάει στη μείωση του στρες, είναι πολύ θεραπευτικό και ταυτόχρονα διευρύνει τη φαντασία τους.

Ας αφήσουμε λοιπόν τα παιδιά μας να αποφασίσουν μόνα τους με τι θέλουν να ασχοληθούν, μένοντας υποστηρικτικά και υπομονετικά λίγα βήματα πίσω τους…

 

Πηγή:

Alexander J, Sandahl I (2017), Γιατί οι Δανοί μεγαλώνουν τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στον κόσμο, Διόπτρα

Σχολική φοβία και άγχος αποχωρισμού

Τα σχολεία ξεκίνησαν… τα παιδιά χαίρονται καθώς συνάντησαν πάλι φίλους και συμμαθητές αλλά και δυσανασχετούν λόγω του διαβάσματος.  Όταν όμως το παιδί εκδηλώνει έντονη απροθυμία και άρνηση να πάει στο σχολείο τότε θα πρέπει να σκεφτούμε μήπως υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία.

Βέβαια για τα πρωτάκια ο φόβος για τον καινούριο και άγνωστο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους είναι απόλυτα δικαιολογημένος και χρειάζεται να τους δώσουμε τον απαιτούμενο χρόνο και πολλή κατανόηση και αγάπη μέχρι να προσαρμοστούν.

Όταν όμως μεγαλύτερα παιδιά στη προσπάθεια τους να αποφύγουν το σχολείο, εμφανίζουν κάποιες συμπεριφορές όπως εκρήξεις θυμού, επιθετικότητα ή ψυχοσωματικές διαταραχές όπως εμετούς, κοιλόπονους, ενούρηση κλπ. είναι σημαντικό να εξετάσουμε την αιτία αυτών των συμπεριφορών. Αυτές συνήθως εμφανίζονται  Κυριακή βράδυ ή Δευτέρα πρωί ή κατά τη διάρκεια του σχολείου όπου τα παιδιά ζητούν επίμονα με κλάματα τους γονείς τους.

Θα πρέπει λοιπόν να συζητήσουμε με το παιδί μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αποδοχής ώστε να καταλάβουμε ποια είναι τα πραγματικά θέματα που το απασχολούν και το φοβίζουν.

Ø  Πιθανά θέματα είναι:

  • Ανησυχία για τη σχολική του επίδοση, μαθησιακές δυσκολίες, απορριπτικός δάσκαλος.
  • Να μην έχει καταφέρει να δημιουργήσει φίλους ή να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με κάποιον συμμαθητή του.
  • Να τον αγχώνει κάποιο θέμα στο σπίτι όπως διαζύγιο, αλλαγή περιβάλλοντος, θάνατος ή οποιοδήποτε άλλο σημαντικό γεγονός στην οικογένεια.

Αν αποκλείσουμε όλες αυτές τις αιτίες, θα πρέπει να κοιτάξουμε βαθύτερα στο άγχος αποχωρισμού το οποίο ξεκινάει στη βρεφική ηλικία περί τον 10ο μήνα και αρχίζει σταδιακά να εξαφανίζεται τον 18ο μήνα. Το βρέφος προσκολλάται στη μητέρα και προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκεται κοντά της. Στη περίπτωση που αυτό συνεχιστεί και στις επόμενες ηλικίες θα δημιουργηθεί μια σχέση εξάρτησης με τη μητέρα και κάθε φορά που εκείνη θα απομακρύνεται, το παιδί θα βιώνει έντονο άγχος και θα εμφανίζει έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Πώς αυτό σχετίζεται με τη σχολική φοβία; Η σχολική φοβία είναι η έντονη άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο λόγω έντονου και παράλογου φόβου. Το παιδί δηλαδή αρνείται να πάει στο σχολείο γιατί δεν θέλει να αποχωριστεί τη μητέρα. Επειδή λοιπόν υπάρχει μια σχέση αλληλεξάρτησης μητέρας – παιδιού, η μητέρα θα πρέπει με σταδιακά βήματα να βοηθήσει το παιδί να αυτονομηθεί και να νιώθει ασφαλές χωρίς να είναι εκείνη παρούσα. Αν εκείνη βιώνει άγχος, ανησυχία, πανικό στη σκέψη ότι απομακρύνεται το παιδί, το μεταδίδει σε εκείνο. Ας μη ξεχνάμε ότι τα παιδιά όσο μικρά και αν είναι αντιλαμβάνονται όλα τα συναισθήματα μας.

Πώς μπορούν λοιπόν να βοηθηθούν μητέρα και παιδί ώστε να μη βιώνουν  τόσο άγχος τις ώρες που είναι χώρια; Αν η μητέρα δεν εργάζεται θα βοηθούσε να γεμίσει το χρόνο της με δραστηριότητες που της αρέσουν. Είναι σημαντικό να κάνουμε πράγματα που μας γεμίζουν και μας κάνουν χαρούμενους. Μια άλλη ιδέα θα ήταν να περνάει το παιδί χρόνο με τους παππούδες ή με άλλα φιλικά πρόσωπα που νιώθει οικεία κοντά τους και η μητέρα τα εμπιστεύεται ώστε να μην νιώθει ανασφάλεια αφήνοντας το παιδί μαζί τους ή να ασχολείται με κάποια εξωσχολική δραστηριότητα που το διασκεδάζει κάποιες ώρες την εβδομάδα. Ο αποχωρισμός θα πρέπει να γίνει σταδιακά. Το παιδί βλέποντας ότι μπορεί να τα καταφέρει χωρίς να είναι παρούσα η μητέρα τονώνεται η αυτοπεποίθησή του και ταυτόχρονα μειώνεται η ανησυχία της μητέρας. Παρ’ όλα αυτά αν η άρνηση και τα προβλήματα στη συμπεριφορά επιμένουν, καλό θα ήταν οι γονείς να συμβουλευτούν ένα σύμβουλο ψυχικής υγείας ώστε να βοηθηθούν όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

 

Πηγές

Herbert Martin (1998) «Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, εφαρμοσμένη Ψυχολογία 1α», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Παρασκευόπουλος Ιωάννης (1985) «Εξελικτική ψυχολογία» Τόμος 3, εκδόσεις Αθήνα

Σχολική ετοιμότητα

Η Σχολική ετοιμότητα με τον πιο απλό ορισμό είναι οι απαραίτητες δεξιότητες που έχει κατακτήσει ένα παιδί και το καθιστούν έτοιμο να ξεκινήσει την Α΄ Δημοτικού. Οι τομείς οι οποίοι πρέπει να έχουν αναπτυχθεί είναι ο γνωστικός/γλωσσικός, ο ψυχοσυναισθηματικός/ κοινωνικός και ο σωματικός/ κινητικός. Ηλικιακά το παιδί πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στα 5- 6 έτη.

  • Ο γνωστικός τομέας αφορά κυρίως απλές λογικομαθηματικές έννοιες όπως να αναγνωρίζει μεγέθη (μεγάλο, μεσαίο, μικρό), ποσότητες ( άδειο- γεμάτο, πολύ-λίγο), χρώματα, σχήματα, ομαδοποίηση, μέτρηση μέχρι το 10, χωρικές έννοιες (μέσα- έξω), σειροθέτηση (πρώτο- δεύτερο, αρχή-τέλος), ομοιότητες και διαφορές.
  • Στον γλωσσικό τομέα πρέπει να αναγνωρίζει τα περισσότερα γράμματα του αλφάβητου, να μπορεί να τα αντιγράψει, να αναγνωρίζει το πρώτο γράμμα και το τελευταίο μιας λέξης, να γράφει το όνομα του, το λεξιλόγιό του να εμπεριέχει σημαντικό αριθμό λέξεων και να μπορεί να διηγηθεί ένα απλό περιστατικό ή μια ιστορία προφορικά.
  • Όσον αφορά το χωροχρονικό προσανατολισμό είναι σημαντικό να έχει κατακτησει τις έννοιες του χρόνου ( πρωί, βράδυ, χθες, σήμερα) και να έχει μάθει τις ημέρες της εβδομάδας και τους μήνες (όχι απαραίτητα με τη σειρά), καθώς και να διαχωρίζει δεξί-αριστερό.
  • Στον κινητικό τομέα μια πολύ σημαντική δεξιότητα είναι η λεπτή κινητικότητα. Με τον όρο λεπτή κινητικότητα περιγράφεται ο συντονισμός των μικρών μυϊκών ομάδων στα χέρια και τα δάκτυλα. Σχετίζεται με το πόσο ικανό είναι το παιδί να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του για να χειρίζεται με επιδεξιότητα διάφορα αντικείμενα. Η λεπτή κινητικότητα είναι πολύ σημαντικό κριτήριο για να μπορέσει το παιδί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχολείου όπως η γραφή και σε διάφορες άλλες δραστηριότητες.

       Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στο ψυχοσυναισθηματικό τομέα. Το παιδί είναι σημαντικό να διαθέτει το απαραιτητο επίπεδο ωριμότητας ώστε να καταφέρει να ανταποκριθεί στις κοινωνικές προκλήσεις του σχολείου. Είναι σημαντικές επίσης και δεξιότητες όπως η επικοινωνία, η συνεργασία και το μοίρασμα. Το παιδί αρχικά θα πρέπει να έχει εκπαιδευτεί στην αναγνώριση των συναισθημάτων του και στην κατάλληλη διαχείριση τους η οποία θα είναι ανάλογη με την ηλικία του φυσικά. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από ένα μικρό παιδί να διαχειριστεί το θυμό του ή τη θλίψη του όπως ένας ενήλικας, είναι σημαντικό να αποδεχόμαστε όλα τα συναισθήματα των παιδιών μας και να τα βοηθάμε να τα εκφράζουν με έναν υγιή τρόπο. Το επόμενο βήμα αφού το παιδί κατανοήσει τα συναισθήματά του είναι η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και να αποδέχεται τα συναισθήματα των άλλων. Αν το παιδί δεν αναπτύξει τα απαραίτητα επίπεδα ενσυναίσθησης θα είναι δύσκολο να οικοδομήσει σωστή επικοινωνία, φιλίες και συνεργασία με τα υπόλοιπα παιδιά. Ένα άλλο επίσης πολύ σημαντικό στοιχείο για τη καλή ψυχοσυναισθηματική κατασταση του παιδιού είναι η αυτοπεποίθηση. Το χτίσιμο της αυτοπεποίθησης ξεκινάει από τον πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού και συνεχίζεται καθ΄όλη τη διαρκεια της ζωης του. Ικανοποιητικά επίπεδα αυτοπεποίθησης προσφέρουν αντόχες απέναντι στη ματαίωση, στις δυσκολίες, σε χαμηλούς βαθμούς σε κάποιο τεστ και προσφέρουν την επιθυμία της συνεχούς προσπάθειας ακόμα και αν βιώσει κάποιο είδος αποτυχίας. Η αυτοσυγκράτηση και η υπομονή είναι εξίσου σημαντικά στοιχεία για να καταφέρει το παιδί να επικοινωνήσει και να συνεργαστεί σωστά με τα υπόλοιπα παιδιά στο σχολείο.

Για κάθε τομέα ξεχωριστά υπάρχουν πάρα πολλές δραστηριότητες και παιχνίδια που κυκλοφορούν στο εμπόριο και μπορούμε να ασχοληθούμε μαζί με τα παιδιά μας βοηθώντας τα και διασκεδάζοντας παράλληλα. Όμως ακόμα και αν το παιδί δεν έχει αναπτύξει σε ικανοποιητικό επίπεδο τις απαιτούμενες δεξιότητες στους προαναφερθέντες τομείς δεν χρειάζεται να απογοητευόμαστε, είναι καλό να θυμόμαστε ότι κάθε παιδί μαθαίνει και λειτουργεί με τους δικούς του ρυθμούς και με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Αν οι δυσκολίες συνεχιστούν όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα θα ήταν χρήσιμη η επίσκεψη σε έναν ειδικό παιδαγωγό ώστε να αξιολογήσει το παιδί και να το βοηθήσει μέσα από ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του.

Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση στη σχολική τάξη

Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των άλλων και να ανταποκρινόμαστε με συμπόνοια. Να μπαίνουμε στα «παπούτσια» του άλλου χωρίς όμως να ταυτιζόμαστε. Δεν μπορούμε να ταυτιστούμε και να κάνουμε δικά μας τα προβλήματα των άλλων γιατί θα εξαντληθούμε ψυχικά αλλά μπορούμε να ακούσουμε, να βοηθήσουμε, να συναισθανθούμε και να σταθούμε δίπλα στους αγαπημένους μας ανθρώπους.

Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία δείχνουν ότι διαθέτουν αυτή την ικανότητα καθώς ανταποκρίνονται στη συναισθηματική κατάσταση των άλλων είτε με τις εκφράσεις του προσώπου είτε με αγκαλιές και φιλιά. Για παράδειγμα, αν η μαμά είναι στεναχωρημένη ή φορτισμένη, το παιδί έρχεται κοντά της και την αγκαλιάζει για να την καθησυχάσει. Είναι σημαντικό λοιπόν να καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα και στο σχολείο.

H ενσυναίσθηση δεν είναι κάτι που εκπαιδεύεται μέσω της μεταφοράς γνώσεων.

Είναι μια βιωματική διαδικασία, το παιδί μαθαίνοντας να αναγνωρίζει τα δικά του συναισθήματα θα μπορέσει να αναγνωρίσει και των άλλων. Επειδή δεν είναι αυτονόητο ότι γνωρίζει για τη χαρά, τη λύπη, τον θυμό, πρέπει να του μιλήσουμε γι’ αυτά και να του εξηγήσουμε πώς να τα διαχειρίζεται π.χ αν νιώθει λύπη για κάποιο γεγονός που το στενοχώρησε σεβόμαστε το συναίσθημά του, δεν σπεύδουμε να το βοηθήσουμε να νιώσει χαρά, είναι σημαντικό να βιώνονται όλα τα συναισθήματα. Μια δική μας εναλλακτική στάση θα ήταν να σταθούμε κοντά του και να του δώσουμε την ευκαιρία να μας μιλήσει εκείνο όποτε νιώσει έτοιμο. Η δική μας συμπεριφορά είναι παράδειγμα για τα παιδιά, αν βρεθούν σε μια αντίστοιχη περίπτωση θα θυμηθούν πως αντιδράσαμε και θα το επαναλάβουν.

Καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση στα παιδιά απομακρύνονται από έννοιες όπως ο σχολικός εκφοβισμός και έρχονται πιο κοντά στην αλληλοβοήθεια, στο μοίρασμα, στον υγιή ανταγωνισμό, στην αποδοχή της διαφορετικότητας και δημιουργούν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές σχέσεις και σε μεγαλύτερες ηλικίες.

 

Πώς μπορεί να διδαχθεί η ενσυναίσθηση μέσα σε μια σχολική τάξη;

Καταρχάς, διδάσκοντας στα παιδιά κοινωνικές δεξιότητες και τον κατάλληλο τρόπο να τις χρησιμοποιούν. Τα παιδιά μαθαίνουν τις κοινωνικές δεξιότητες από εμάς και είναι απαραίτητες για τη ομαλή συμβίωση με τους άλλους ανθρώπους.

  • Ο δάσκαλος της τάξης ενισχύει το ενδιαφέρον και την εκδήλωση της συμπάθειας μεταξύ των συμμαθητών διευκολύνοντας την επικοινωνία, τις ομαδικές δραστηριότητες και τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των συμμαθητών.
  • Η προσφορά είναι μια πολύ σημαντική αξία. Το παιδί μαθαίνει να προσφέρει αλλά του εξηγούμε γιατί το κάνει. Δεν πιέζουμε ποτέ το παιδί να προσφέρει ή να μοιραστεί πράγματα ή συναισθήματα χωρίς να το θέλει γιατί τότε η προσφορά χάνει την αξία της ως μια γλυκιά κίνηση από καρδιάς.
  • Μαθαίνουμε τα παιδιά να εκφράζουν με έναν αποδεκτό τρόπο τις ανάγκες τους χωρίς να ξεχνάνε ότι βρίσκονται μέσα σε μια ομάδα. Πρέπει να γνωρίζουν ωστόσο ότι έχουν και δικαιώματα που πρέπει να διεκδικούν. Οι ανάγκες και τα δικαιώματά μας εκφράζονται συνήθως με το «θέλω». Αυτή η λεξούλα μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα και ένταση μέσα σ ένα σπίτι μόνο με ένα παιδί , πόσο μάλλον σε μια τάξη που θα ακούγεται από πολλά διαφορετικά στόματα. Γι’ αυτό λοιπόν χρειάζονται οι κανόνες που θα πρέπει να ακολουθούνται από όλους.
  • Η καλή και σωστή επικοινωνία όλων των μελών αυτής της μικρής κοινωνίας είναι το θεμέλιο για το χτίσιμο της ενσυναίσθησης.
  • Η επιβράβευση η οποία τονώνει την αυτοπεποίθηση και ενισχύει τις πρακτικές καλής συμπεριφοράς είναι ένας ακόμα τρόπος. Νιώθοντας το παιδί ότι έχει κερδίσει την εκτίμηση του δασκάλου μέσω του «μπράβο! ή του «συγχαρητήρια!» θα νιώσει υπερήφανο.

Ακόμα, τα παιχνίδια ρόλων, η αφήγηση ιστοριών ή η επινόηση ιστοριών μέσα από ερεθίσματα όπως εικόνες ή ακόμα και η φαντασία μας. Τα παιδιά μπορούν να αναλάβουν ρόλους από αυτές τις ιστορίες και μέσα από αυτούς να καταλάβουν πώς μπορούν να διαχειρίζονται διάφορες καταστάσεις και συναισθήματα.

Τέλος,  η επαφή με τη φύση είναι ένα μέσο για να καλλιεργήσουμε την ενσυναίσθηση. Παρακινούμε τα παιδιά να φυτέψουν και να φροντίσουν φυτά μέσα στην τάξη. Δεν παίρνουν απλώς ένα φυτό έτοιμο από κάποιο μαγαζί αλλά συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία ανάπτυξής του˙ του παρέχουν ήλιο, νερό, νιώθουν υπερήφανα για εκείνο και ταυτόχρονα δένονται μεταξύ τους καθώς έχουν καταφέρει κάτι από κοινού. Η επαφή με τη φύση και η ευγνωμοσύνη για όσα έχουμε γύρω μας είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ενσυναίσθηση.

Αν έχετε παρατηρήσει ασυνήθιστες συμπεριφορές στα παιδιά όπως εγωκεντρισμός, πλήρη απουσία ενσυναίσθησης, προβλήματα στην έκφραση συναισθημάτων ή χρειάζεστε συμβουλές πάνω σ αυτό το θέμα θα ήταν χρήσιμο να επικοινωνήσετε με έναν σύμβουλο ψυχικής υγείας. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καλλιεργήσουμε αυτή την αρετή στα παιδιά και να μεγαλώσουμε ενήλικες με λιγότερο εγωιστικές συμπεριφορές και περισσότερες ουσιαστικές σχέσεις.

Σεξουαλική κακοποίηση παιδιών (ενδείξεις, προφίλ δράστη, συνέπειες)

                                                                   «Το μόνο …

Κορωνοϊός: Συμβουλές για φροντιστές και γονείς παιδιών ΑΜΕΑ

Η διαβίωση με αναπηρία είναι ένα μακρύ ταξίδι με πολλές προκλήσεις, …

Η ενσυναίσθηση ως βοηθός στη ζωή μας.

  Η πανδημία του κορωνοϊού έχει φέρει τα πάνω κάτω σε όλους τους …