Κατηγορία: <span>Ενσυναίσθηση</span>

Μάνα, μητέρα, μαμά! Ο άνθρωπος πίσω από τον ρόλο της μητέρας

Οι ρίζες της Γιορτής της Μητέρας έρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Η μητέρα Γη (Γαία) σύζυγος του Ουρανού είναι η προσωποποίηση της φύσης, που γεννά όλο τον κόσμο και λατρεύεται σαν η υπέρτατη θεότητα. Η λατρεία περνά στη συνέχεια στην κόρη της, Ρέα, σύζυγο και αδερφή του Κρόνου. Η Ρέα λατρεύεται σαν η “Μητέρα των Θεών”, καθώς φαίνεται να είναι η πρώτη, που γέννησε με τοκετό και ανάθρεψε τα παιδιά της με μητρικό γάλα. Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν τιμές στη Ρέα κάθε άνοιξη, καθώς ήταν και θεά της γης και της γονιμότητας.

Στη σύγχρονη εποχή, η Αμερικανίδα κοινωνική ακτιβίστρια Άννα Μαρία Τζάρβις ήταν αυτή που είχε πρώτη την ιδέα να καθιερωθεί μια ιδιαίτερη ημέρα προς τιμή της μητέρας, η γνωστή ως Γιορτή της Μητέρας. Οι προσπάθειές της ευοδώθηκαν τελικά στις 9 Μαΐου του 1914, όταν ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον υπέγραψε προκήρυξη, σύμφωνα με την οποία η Ημέρα της Μητέρας καθιερωνόταν ως εθνική εορτή τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

Μάνα, μητέρα, μαμά! Ένας πολυδιάστατος ρόλος με τεράστια σημασία για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Είναι εκείνη που θρέφει, που φροντίζει, που προστατεύει, που παρηγορεί, που συγχωρεί και κατανοεί. Ένας ρόλος χωρίς απαιτήσεις, χωρίς να περιμένει ανταπόδοση στην άνευ όρων αγάπη του. Μια μητέρα (βιολογική ή μη) καθορίζει μέσα στα 5-6 χρόνια της ζωής του παιδιού, συνειδητά ή ασυνείδητα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του μελλοντικού ενήλικα ως εκ τούτου ο δεσμός που θα αναπτύξει με το παιδί είναι μείζονος σημασίας.

Τα ευτυχισμένα παιδιά γίνονται από ευτυχισμένους γονείς και πιο ειδικά από ευτυχισμένες μαμάδες. Η τέλεια και ιδανική μητέρα δεν υπάρχει καθώς η μητέρα είναι αυτόνομο άτομο, κουβαλάει τα δικά της τραύματα, δυσκολίες και ελλείματα όπως όλοι οι άνθρωποι. Στην προσπάθειά τους, οι μητέρες να κάνουν το καλύτερο δυνατό για το παιδί τους ξεχνούν τις ανάγκες τους και παραβλέπουν τις επιθυμίες τους. Αυτό έχει αντίκτυπο σε όλες τις σχέσεις τους και φυσικά και στη σχέση με το παιδί τους. Υπάρχουν λοιπόν οι μάνες που κατάφερνουν να κρατήσουν τις σωστές ισορροπίες, ώστε η σχέση με το παιδί να είναι υγιής και το παιδί εξελίσσεται σε έναν ανεξάρτητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση ενήλικα χωρίς ανασφάλειες και σοβαρές δυσκολίες, υπάρχουν οι μάνες που δεν κατάφεραν ή δεν αναγνώρισαν τα δικά τους ελλείματα με αποτέλεσμα να τα προβάλουν πάνω στο παιδί τους, η σχέση μεταξύ τους να μην έχει σαφή όρια και να μην μπορεί ο μελλοντικός ενήλικας να ζήσει συναισθηματικά ανεξάρτητος από εκείνη και υπάρχουν και οι μάνες που παλεύουν καθημερινά ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατηγορίες κάνοντας ό,τι μπορούν καλύτερο και σωστότερο. Η τρίτη κατηγορία είναι η πιο συνηθισμένη και προκαλεί την μεγαλύτερη συναισθηματική κούραση.

Είναι σημαντικό η μητέρα να μην θυσιάζει τους υπόλοιπους ρόλους που έχει στη ζωή της στο βωμό της μητρότητας. Είναι γυναίκα, εργαζόμενη, σύζυγος, φίλη και πολλά ακόμα.. Επίσης πριν έρθει το παιδί στον κόσμο είχε ενδιαφέροντα και ασχολίες στα οποία είναι καλό να επιστρέψει προσαρμόζοντας ανάλογα τους ρυθμούς της ζωής της. Το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της θα πρέπει να είναι υποστηρικτικό προς αυτό με κυρίαρχο πρόσωπο τον σύζυγο και πατέρα ο οποίος είναι σημαντικό να βοηθάει στην ανάπτυξη ισορροπιών και σωστών ορίων ώστε όλα τα μέλη της οικογένειας να είναι ευτυχισμένα.

Η κοινωνία μας θεωρεί την μητέρα ένα ιερό πρόσωπο και αυτός ο χαρακτηρισμός είναι πολύ βαρύς για τις πλάτες πολλών γυναικών με αποτέλεσμα να χάνονται μέσα στις ατελείωτες ευθύνες και στην υποχρέωση να είναι πάντα επάρκεις και σωστές. Τα πρώτα βήματα για να νιώσουν καλύτερα είναι να ακούσουν τις ανάγκες τους, να ξεφύγουν από τα κοινωνικά στερεότυπα και φυσικά να έχουν δίπλα τους ανθρώπους που τις στηρίζουν.

Η Γιορτή της μητέρας είναι μια ευκαιρία λοιπόν να αναλογιστούμε όλοι τη σχέση με τη μητέρα μας και πώς μας έχει επηρεάσει αυτή, τη σχέση με το παιδί μας και την οικογένειά μας καθώς και τη σημαντικότερη σχέση… αυτή με τον εαυτό μας.

Χρόνια πολλά σε όλες τις μητέρες!

 

 

Η ενσυναίσθηση ως βοηθός στη ζωή μας.

 

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει φέρει τα πάνω κάτω σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Η καθημερινότητά μας έχει πια τις ακόλουθες λέξεις νοσηλεία, θάνατος, νοσήματα, καραντίνα, εγκλεισμός, περιορισμοί και πολλές άλλες παρόμοιες αυτών. Αυτές οι λέξεις μας συνοδεύουν για μεγάλο διάστημα με αποτέλεσμα να αναπτύσσουμε άμυνες και μηχανισμούς ώστε να ανταπεξέλθουμε όπως η αποστασιοποίηση και η αποσύνδεση. Σαν άνθρωποι, έχουμε την τάση μέσω του «παγώματος» του συναισθήματος να προστατευόμαστε από στρεσογόνες καταστάσεις που προκύπτουν και αδυνατούμε να διαχειριστούμε την παρούσα στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι απομονωνούμε μέσα μας το άγχος και την στενάχωρια μας και λειτουργούμε σαν να μην υπάρχουν, ουσιαστικά δηλαδή αρνούμαστε την ύπαρξη τους. Μέσα από τόσα διαφορετικά προβλήματα σε διαφορετικούς τομείς της ζωής μας είναι απόλυτα αναμενόμενη αυτή η συμπεριφορά.

Πού θα μας οδηγήσει όμως αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης; Πιστεύουμε ότι επιβιώνουμε και επιζούμε μέσα από αυτή τη διαδικασία σε αυτή την δύσκολη περίοδο, όμως όσο αποστασιοποιούμαστε, τόσο χάνουμε την επαφή με το συναίσθημά μας και τον εαυτό μας. Επίσης χάνουμε την επαφή με τους ανθρώπους γύρω μας και οδηγούμαστε σε κοινωνική απομόνωση, το οποίο επηρεάζει δραματικά την ψυχολογία μας. «Ο πόνος ενός ανθρώπου προστίθεται στον πόνο του άλλου, καθιστώντας τον πιο δυνατό απ’ όσο πραγματικά είναι» δηλώνει ο ερευνητής νευρολογίας Jeffrey Mogil του Πανεπιστημίου McGill στο Μόντρεαλ. Μέσω της συναισθηματικής ταύτισης οι άνθρωποι επηρεάζονται μεταξύ τους, ο πόνος, η απαισιοδοξία, η στεναχώρια μεταφέρονται και αντανακλώνται λόγω των συνθηκών που ζούμε, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν αυτά τα συναίσθηματα στην κοινωνία μας αυτή την περίοδο. Κουρασμένα πρόσωπα, θυμωμένοι και απελπισμένοι άνθρωποι που βρίσκονται στα όρια τους. Στα γραφεία των ψυχολόγων η κυρίαρχη συζήτηση είναι ο εγκλεισμός και η ανασφάλεια.

Είναι σημαντικό να αναπτύξουμε την ενσυναίσθηση λοιπόν. Αυτή η πάρα πολύ σημαντική δεξιότητα θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τις δύσκολες συνθήκες που ζούμε και παράλληλα να μείνουμε συνδεδεμένοι με τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας. Η ενσυναίσθηση είναι η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Πιο απλά, είναι η ικανότητα να «μπαίνεις στα παπούτσια του άλλου», είναι ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρινόμαστε στα συναισθήματα του άλλου, στις αντιδράσεις του και στις επιλογές του βλέποντας μέσα από τα μάτια του άλλου. Εκτός από την υπομονή, οι επόμενες λύσεις  είναι η ένδειξη ενσυναίσθησης και η επικοινωνία. Όλοι μαζί πρέπει να βγούμε μέσα από αυτό με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Αυτό μπορεί να συμβεί αν μιλάμε για τα συναισθήματά μας και τα μοιραζόμαστε, προσπαθώντας να καταλάβουμε τη θέση και την κατάσταση των δικών μας ανθρώπων και όλων των συνανθρώπων μας και απλώνοντας τους το χέρι ως ένδειξη συμπαράστασης και βοήθειας. Δεν ξέρουμε πότε θα έρθει η στιγμή που θα αγκαλιάζουμε και θα φιλάμε κάποιον χωρίς επιφύλαξη και δεύτερες σκέψεις, για τον λαό μας αυτός ήταν ο τρόπος να δείξουμε και να καταλάβουμε ότι κάποιος μας αγαπάει, μας στηρίζει, ότι μπορούμε να στηριχτούμε πάνω του, ότι μας καταλαβαίνει. Πλέον, πρέπει να προσαρμοστούμε σε άλλους τροπους για να μοιραστούμε και να μεταδώσουμε το συναίσθημα μας με ειλικρίνεια. Είναι μια πρόκληση και θα τα καταφέρουμε!

Η ενσυναίσθηση στη θεραπευτική σχέση

Πόσο εύκολο είναι να αποδέχεται ένας θεραπευτής άνευ όρων ένα θεραπευόμενο; Πόση σχέση έχει η αποδοχή με την ενσυναίσθηση; Αν θέλαμε να ορίσουμε την ενσυναίσθηση θα λέγαμε ότι είναι ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρινόμαστε στα συναισθήματα του άλλου, στις αντιδράσεις του και στις επιλογές του και είναι μια συνεχής διαδικασία που μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο (τα επίπεδα της ενσυναίσθησης μας αλλάζουν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μας και εξαρτώνται από την ψυχολογική μας κατάσταση) και από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η αποδοχή από την άλλη μεριά τείνει να ταυτίζεται με την θετική αξιολόγηση των γύρω μας, συνηθίζουμε να αξιολογούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας σύμφωνα με τη γνώμη των άλλων και αξιολογούμε τους άλλους σύμφωνα με κοινωνικά στερεότυπα και αποδεκτούς κοινωνικούς ρόλους. Η αποδοχή όμως σύμφωνα με τον Rogers έρχεται όταν αποδεχτούμε τον εαυτό μας γι αυτό που είμαστε, τότε μόνο μπορούμε να αλλάξουμε. Τότε μπορούν να αλλαξουν κι οι θεραπευόμενοι, όταν αποδεχτούν τον εαυτό τους γι αυτό ακριβώς που είναι. Αυτό σημαινει όμως ότι πρέπει να τους έχουμε αποδεχτεί και εμείς σαν θεραπευτές  γι αυτό που είναι?  Δύσκολο να γίνει, γιατί οι θεραπευτές είναι άνθρωποι με δικά τους τραύματα, πληγές, προκαταλήψεις, απόψεις. Όση δουλειά και αν έχουν κάνει με τον εαυτό τους μέσω της ψυχοθεραπείας παραμένουν άνθρωποι. Εκεί έρχεται η ενσυναίσθηση για να μας βοηθήσει να αποδεχτούμε τον κάθε άνθρωπο. Όλοι μας μπορούμε να νιώσουμε πότε κάποιος δεν μας αποδέχεται, μας κρίνει ή δεν μας ακούει ειλικρινά. Γι αυτό λοιπόν πρέπει ως θεραπευτές να φέρουμε στη θεραπευτική σχέση την ενσυναίσθηση ως εργαλείο, αυτή θα μας βοηθήσει να αφήσουμε πίσω την αποθηκευμένη γνώση μας, τις κλινικές διαγνώσεις, τις προκαταλήψεις μας και να ακούσουμε το θεραπευόμενο με ειλικρινό και γνήσιο ενδιαφέρον.

Τι συμβαίνει όμως όταν έχουμε απεναντί μας έναν θύτη? Ειλικρινά, πηγαία και γνήσια μπορούμε να δείξουμε ενσυναίσθηση απέναντι στο θύμα. Γιατί όμως μπορούμε να κατανοήσουμε ευκολότερα και να νιώσουμε ενσυναίσθηση απέναντι σε ένα θύμα παρά σε έναν θύτη?? Θα αναφέρω ως παράδειγμα τη περίπτωση του bullying, ένα παιδί χτυπάει, κοροιδεύει ένα άλλο. Αυτόματα νιώθουμε την ανάγκη να προστατέψουμε, να αγκαλιάσουμε, να παρηγορήσουμε το παιδί που έχει υποστεί το bullying το οποίο είναι πολύ θεμιτό, ενώ για το άλλο παιδί νιώθουμε απέχθεια, θυμό και σπεύδουμε να το κατηγορήσουμε για τη συμπεριφορά του. Ας σταθούμε ένα βήμα πίσω, ας αναλογιστούμε πώς ένα μικρό παιδί φτάνει σε τόσο ακραίες συμπεριφόρες, για ποιο λόγο αντλεί ευχαρίστηση βασανίζοντας και μειώνοντας κάποιον άλλο.

Ποια είναι τα δικά του συναίσθηματα?

Συνήθως είναι οργή, φόβος, ταπείνωση, θλίψη, απόρριψη ή εγκατάλειψη. Αδυνατεί να τα διαχειριστεί και τα προβάλλει σε άλλους για τα εκτονώσει. Αυτά τα συναισθήματα ίσως εχουν προέλθει από δυσλειτουργικές οικογένειες, κοινωνικές ή προσωπικές σχέσεις.  Αυτό το παιδί μεγαλώνοντας θα συνεχίσει το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς γιατί δεν θα έχει καταφέρει να επιλύσει τραύματα από τις δύσκολες καταστάσεις που έζησε ως παιδί. Θα συνεχίσει να είναι ένας θύτης που ψάχνει θύματα. Αυτή η αλυσίδα μπορεί να σπάσει αν δείξουμε το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια ενσυναίσθηση που θα δείχναμε στο θύμα, δηλαδή στο παιδί που έχει υποστεί το bullying. Αν δούμε πίσω από την επιθετικότητα και την αρνητική συμπεριφορά θα ανακαλύψουμε ένα φοβισμένο, πληγωμένο παιδί που ζητά τη προσοχή και τη φροντίδα μας, ένα παιδί που δεν έχει μάθει να εκφράζει και να διαχειρίζεται με το σωστό τρόπο τα συναισθήματά του.

Ας κοιτάξουμε μια δυσκολότερη περίπτωση θύτη…  αυτή του δολοφόνου. Αν κληθούμε να διαχειριστούμε ως θεραπευτές μια τέτοια περίπτωση πόση ενσυναίσθηση μπορούμε να αναπτύξουμε απέναντι σε ένα άνθρωπο που έχει αφαιρέσει μια ζωή?  Ίσως χρειάζεται να εξετάσουμε τους λόγους, την αιτία ή το κίνητρο που τον οδήγησαν σε μια τέτοια πράξη, ίσως χρειαστεί να γυρίσουμε πίσω στη παιδική του ηλικία για να καταλάβουμε πως οικοδομήθηκε μια τέτοια προσωπικότητα ικανή να αφαιρέσει μια ζωή. Υπάρχει στενή και αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στη δύσκολη και τραυματική παιδική ηλικία και στην ανάπτυξη της εγκληματικής συμπεριφοράς στην ενήλικη ζωή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά που έζησαν δύσκολα παιδικά χρόνια θα εξελιχθούν σε δολοφόνους. Αρκούν όμως αυτά τα κριτήρια για να οδηγήσουν ένα θεραπευτή στην αποδοχή της προσωπικότητας του ασθενούς? Δεν γνωρίζω πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να δείξεις ενσυναίσθηση και κατανόηση απέναντι σε έναν δολοφόνο. Ίσως όμως αν αφαιρέσουμε για λίγο τη ταμπέλα του δολοφόνου και αν ακούσουμε την ιστορία του μέσα από την δική του οπτική καταλάβουμε πως πήρε αυτό το μονοπάτι που οδηγεί στη μετατροπή ενός ανθρώπου σε τέρας και αν με τη βοήθεια της ενσυναίσθησης και τη καλλιέργειά της από μικρή ηλικία όπως και την αφαίρεση ταμπέλων από τα παιδιά που παρουσιάζουν δυσλειτουργικές συμπεριφορές μπορούμε να αποφύγουμε αυτό το μονοπάτι.

Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση στη σχολική τάξη

Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των άλλων και να ανταποκρινόμαστε με συμπόνοια. Να μπαίνουμε στα «παπούτσια» του άλλου χωρίς όμως να ταυτιζόμαστε. Δεν μπορούμε να ταυτιστούμε και να κάνουμε δικά μας τα προβλήματα των άλλων γιατί θα εξαντληθούμε ψυχικά αλλά μπορούμε να ακούσουμε, να βοηθήσουμε, να συναισθανθούμε και να σταθούμε δίπλα στους αγαπημένους μας ανθρώπους.

Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία δείχνουν ότι διαθέτουν αυτή την ικανότητα καθώς ανταποκρίνονται στη συναισθηματική κατάσταση των άλλων είτε με τις εκφράσεις του προσώπου είτε με αγκαλιές και φιλιά. Για παράδειγμα, αν η μαμά είναι στεναχωρημένη ή φορτισμένη, το παιδί έρχεται κοντά της και την αγκαλιάζει για να την καθησυχάσει. Είναι σημαντικό λοιπόν να καλλιεργούμε αυτή την ικανότητα και στο σχολείο.

H ενσυναίσθηση δεν είναι κάτι που εκπαιδεύεται μέσω της μεταφοράς γνώσεων.

Είναι μια βιωματική διαδικασία, το παιδί μαθαίνοντας να αναγνωρίζει τα δικά του συναισθήματα θα μπορέσει να αναγνωρίσει και των άλλων. Επειδή δεν είναι αυτονόητο ότι γνωρίζει για τη χαρά, τη λύπη, τον θυμό, πρέπει να του μιλήσουμε γι’ αυτά και να του εξηγήσουμε πώς να τα διαχειρίζεται π.χ αν νιώθει λύπη για κάποιο γεγονός που το στενοχώρησε σεβόμαστε το συναίσθημά του, δεν σπεύδουμε να το βοηθήσουμε να νιώσει χαρά, είναι σημαντικό να βιώνονται όλα τα συναισθήματα. Μια δική μας εναλλακτική στάση θα ήταν να σταθούμε κοντά του και να του δώσουμε την ευκαιρία να μας μιλήσει εκείνο όποτε νιώσει έτοιμο. Η δική μας συμπεριφορά είναι παράδειγμα για τα παιδιά, αν βρεθούν σε μια αντίστοιχη περίπτωση θα θυμηθούν πως αντιδράσαμε και θα το επαναλάβουν.

Καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση στα παιδιά απομακρύνονται από έννοιες όπως ο σχολικός εκφοβισμός και έρχονται πιο κοντά στην αλληλοβοήθεια, στο μοίρασμα, στον υγιή ανταγωνισμό, στην αποδοχή της διαφορετικότητας και δημιουργούν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές σχέσεις και σε μεγαλύτερες ηλικίες.

 

Πώς μπορεί να διδαχθεί η ενσυναίσθηση μέσα σε μια σχολική τάξη;

Καταρχάς, διδάσκοντας στα παιδιά κοινωνικές δεξιότητες και τον κατάλληλο τρόπο να τις χρησιμοποιούν. Τα παιδιά μαθαίνουν τις κοινωνικές δεξιότητες από εμάς και είναι απαραίτητες για τη ομαλή συμβίωση με τους άλλους ανθρώπους.

  • Ο δάσκαλος της τάξης ενισχύει το ενδιαφέρον και την εκδήλωση της συμπάθειας μεταξύ των συμμαθητών διευκολύνοντας την επικοινωνία, τις ομαδικές δραστηριότητες και τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των συμμαθητών.
  • Η προσφορά είναι μια πολύ σημαντική αξία. Το παιδί μαθαίνει να προσφέρει αλλά του εξηγούμε γιατί το κάνει. Δεν πιέζουμε ποτέ το παιδί να προσφέρει ή να μοιραστεί πράγματα ή συναισθήματα χωρίς να το θέλει γιατί τότε η προσφορά χάνει την αξία της ως μια γλυκιά κίνηση από καρδιάς.
  • Μαθαίνουμε τα παιδιά να εκφράζουν με έναν αποδεκτό τρόπο τις ανάγκες τους χωρίς να ξεχνάνε ότι βρίσκονται μέσα σε μια ομάδα. Πρέπει να γνωρίζουν ωστόσο ότι έχουν και δικαιώματα που πρέπει να διεκδικούν. Οι ανάγκες και τα δικαιώματά μας εκφράζονται συνήθως με το «θέλω». Αυτή η λεξούλα μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα και ένταση μέσα σ ένα σπίτι μόνο με ένα παιδί , πόσο μάλλον σε μια τάξη που θα ακούγεται από πολλά διαφορετικά στόματα. Γι’ αυτό λοιπόν χρειάζονται οι κανόνες που θα πρέπει να ακολουθούνται από όλους.
  • Η καλή και σωστή επικοινωνία όλων των μελών αυτής της μικρής κοινωνίας είναι το θεμέλιο για το χτίσιμο της ενσυναίσθησης.
  • Η επιβράβευση η οποία τονώνει την αυτοπεποίθηση και ενισχύει τις πρακτικές καλής συμπεριφοράς είναι ένας ακόμα τρόπος. Νιώθοντας το παιδί ότι έχει κερδίσει την εκτίμηση του δασκάλου μέσω του «μπράβο! ή του «συγχαρητήρια!» θα νιώσει υπερήφανο.

Ακόμα, τα παιχνίδια ρόλων, η αφήγηση ιστοριών ή η επινόηση ιστοριών μέσα από ερεθίσματα όπως εικόνες ή ακόμα και η φαντασία μας. Τα παιδιά μπορούν να αναλάβουν ρόλους από αυτές τις ιστορίες και μέσα από αυτούς να καταλάβουν πώς μπορούν να διαχειρίζονται διάφορες καταστάσεις και συναισθήματα.

Τέλος,  η επαφή με τη φύση είναι ένα μέσο για να καλλιεργήσουμε την ενσυναίσθηση. Παρακινούμε τα παιδιά να φυτέψουν και να φροντίσουν φυτά μέσα στην τάξη. Δεν παίρνουν απλώς ένα φυτό έτοιμο από κάποιο μαγαζί αλλά συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία ανάπτυξής του˙ του παρέχουν ήλιο, νερό, νιώθουν υπερήφανα για εκείνο και ταυτόχρονα δένονται μεταξύ τους καθώς έχουν καταφέρει κάτι από κοινού. Η επαφή με τη φύση και η ευγνωμοσύνη για όσα έχουμε γύρω μας είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ενσυναίσθηση.

Αν έχετε παρατηρήσει ασυνήθιστες συμπεριφορές στα παιδιά όπως εγωκεντρισμός, πλήρη απουσία ενσυναίσθησης, προβλήματα στην έκφραση συναισθημάτων ή χρειάζεστε συμβουλές πάνω σ αυτό το θέμα θα ήταν χρήσιμο να επικοινωνήσετε με έναν σύμβουλο ψυχικής υγείας. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καλλιεργήσουμε αυτή την αρετή στα παιδιά και να μεγαλώσουμε ενήλικες με λιγότερο εγωιστικές συμπεριφορές και περισσότερες ουσιαστικές σχέσεις.

Το πρότυπο του «τέλειου σώματος» – Διαλύοντας τα κοινωνικά στερεότυπα

  Τα αδύνατα σώματα κουβαλούν περισσότερο «βάρος» από τα υπέρβαρα …

Η αναγκαιότητα της «παύσης» στη ζωή μας

Θάλασσα.. ήλιος.. ξεγνοιασιά.. διακοπές.. παύση.. Οι διακοπές σημαίνουν …

Μάνα, μητέρα, μαμά! Ο άνθρωπος πίσω από τον ρόλο της μητέρας

Οι ρίζες της Γιορτής της Μητέρας έρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Η …